archive
ar
αρ
chive
ʃiv
σιβ
archives

Ορισμός και σημασία του "archive"στα γαλλικά

01

αρχείο, αρχεία

collection organisée de documents conservés par une institution ou une personne 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
archives
Παραδείγματα
Les archives de la ville sont ouvertes au public. 

Τα αρχεία της πόλης είναι ανοιχτά στο κοινό.

02

αρχείο, καταγραφή

donnée ou fichier sauvegardé pour un usage futur 
Παραδείγματα
Ce courriel est déjà dans les archives. 

Αυτό το email είναι ήδη στα αρχεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store