Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Archive
[gender: feminine]
01
αρχείο, αρχεία
collection organisée de documents conservés par une institution ou une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
archives
Παραδείγματα
Les archives contiennent des milliers de dossiers.
Τα αρχεία περιέχουν χιλιάδες φακέλους.
02
αρχείο, καταγραφή
donnée ou fichier sauvegardé pour un usage futur
Παραδείγματα
L' archive occupe peu d' espace mémoire.
Το αρχείο καταλαμβάνει λίγο χώρο μνήμης.



























