le premier étage
prem
pʁəm
πραμ
ier
je
γε
é
e
ε
tage
ta:ʒ
ταζ

Ορισμός και σημασία του "premier étage"στα γαλλικά

Le premier étage
01

πρώτος όροφος

le niveau d'un bâtiment situé juste au-dessus du rez-de-chaussée 
le premier étage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
premiers étages
Παραδείγματα
Mon bureau est au premier étage. 

Το γραφείο μου είναι στον πρώτο όροφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store