l'île
île
ɪl
il
ilsfilcilfile

Ορισμός και σημασία του "île"στα γαλλικά

01

νησί, νησάκι

terre entourée d'eau de tous les côtés 
l'île definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
îles
Παραδείγματα
Nous avons passé nos vacances sur une petite île. 

Περάσαμε τις διακοπές μας σε ένα μικρό νησί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store