l'évacuation

Ορισμός και σημασία του "évacuation"στα γαλλικά

L'évacuation
[gender: feminine]
01

εκκένωση, στράγγιση

action de faire sortir ou d'évacuer un liquide, un gaz, des déchets ou des personnes d'un lieu donné
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
évacuations
Παραδείγματα
Une bonne évacuation de l' air est nécessaire dans la cuisine.
Μια καλή εκκένωση του αέρα είναι απαραίτητη στην κουζίνα.
02

εκκένωση, απέκκριση

action de faire sortir ou expulser quelque chose d'un organisme ou d'un lieu, par exemple des matières, des fluides ou des gaz, de manière naturelle ou artificielle
Παραδείγματα
L' évacuation rapide des substances toxiques protège l' organisme.
Η γρήγορη εκκένωση των τοξικών ουσιών προστατεύει τον οργανισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store