l'été
Pronunciation
/ete/

Ορισμός και σημασία του "été"στα γαλλικά

01

καλοκαίρι, θερινή εποχή

saison de l'année où il fait chaud et les jours sont longs
l'été definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
étés
Παραδείγματα
L' été, j' aime aller à la plage.
Το καλοκαίρι, μου αρέσει να πηγαίνω στην παραλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store