l'étonnement
é
e
ε
tonne
tɔn
τον
ment
mɑ̃
μα
étonnamment

Ορισμός και σημασία του "étonnement"στα γαλλικά

01

έκπληξη, κατάπληξη

sentiment causé par quelque chose d'inattendu ou de surprenant 
l'étonnement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Son arrivée soudaine a causé un grand étonnement. 

Η ξαφνική άφιξή του προκάλεσε μεγάλη έκπληξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store