Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'étiquette
01
ετικέτα, πινακίδα
morceau d'information collé ou cousu sur un produit, un vêtement ou un objet, souvent avec le prix, la marque, ou des instructions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
étiquettes
Παραδείγματα
L'étiquette indique le prix du produit.
Η ετικέτα δείχνει την τιμή του προϊόντος.
02
εθιμοτυπία, πρωτόκολλο
règles de conduite, usages sociaux, comportements convenables en public ou dans certains milieux
Παραδείγματα
Il connaît bien l'étiquette lors des dîners officiels.
Γνωρίζει καλά την εθιμοτυπία κατά τις επίσημες δείπνους.



























