éternel
éternel
etɛʁnɛl
eternel

Ορισμός και σημασία του "éternel"στα γαλλικά

01

αιώνιος, ατέλειωτος

qui dure pour toujours, sans fin ni interruption 
éternel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus éternel
συγκριτικός βαθμός
plus éternel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
éternel
αρσενικό πληθυντικό
éternels
θηλυκό ενικό
éternelle
θηλυκό πληθυντικό
éternelles
Παραδείγματα
L'amour éternel est un thème fréquent dans la poésie. 

Ο αιώνιος έρωτας είναι ένα συχνό θέμα στην ποίηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store