l'étalon
étalon
etɑlɔ̃
etaalaw

Ορισμός και σημασία του "étalon"στα γαλλικά

01

επίστιος ίππος, αλογάκι αναπαραγωγής

cheval mâle utilisé pour la reproduction ou pour les compétitions équestres 
l'étalon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
étalons
Παραδείγματα
L'étalon court fièrement dans le champ. 

Ο επιβήτορας τρέχει περήφανα στο χωράφι.

02

πρότυπο, κανονισμός

mesure ou modèle servant de référence pour comparer ou évaluer quelque chose 
Παραδείγματα
Le mètre est l'étalon de mesure de la longueur 

Το μέτρο είναι το πρότυπο μέτρησης του μήκους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store