Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'étain
[gender: masculine]
01
κασσίτερος, λευκό μέταλλο
métal blanc, malléable, utilisé pour fabriquer des alliages (comme l'étain des soudures) ou des objets décoratifs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le bronze est un alliage de cuivre et d' étain.
Ο μπρούντζος είναι ένα κράμα χαλκού και κασσιτέρου.
02
αντικείμενο από κασσίτερο, πρόχειρο από κασσίτερο
objet fabriqué en métal d'étain, souvent décoratif ou traditionnel
Παραδείγματα
Les étains du XIXᵉ siècle sont très recherchés.
Τα κασσίτερα του 19ου αιώνα είναι πολύ ζητημένα.



























