Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'étain
01
κασσίτερος, λευκό μέταλλο
métal blanc, malléable, utilisé pour fabriquer des alliages (comme l'étain des soudures) ou des objets décoratifs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'étain est souvent utilisé pour faire des soudures.
Ο κασσίτερος χρησιμοποιείται συχνά για την κατασκευή συγκολλήσεων.
02
αντικείμενο από κασσίτερο, πρόχειρο από κασσίτερο
objet fabriqué en métal d'étain, souvent décoratif ou traditionnel
Παραδείγματα
Il collectionne les étains anciens.
Συλλέγει παλιά κασσίτερα.



























