l'étain
étain
etɛ̃
ete
éteintétang

Ορισμός και σημασία του "étain"στα γαλλικά

01

κασσίτερος, λευκό μέταλλο

métal blanc, malléable, utilisé pour fabriquer des alliages (comme l'étain des soudures) ou des objets décoratifs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'étain est souvent utilisé pour faire des soudures. 

Ο κασσίτερος χρησιμοποιείται συχνά για την κατασκευή συγκολλήσεων.

02

αντικείμενο από κασσίτερο, πρόχειρο από κασσίτερο

objet fabriqué en métal d'étain, souvent décoratif ou traditionnel 
Παραδείγματα
Il collectionne les étains anciens. 

Συλλέγει παλιά κασσίτερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store