l'épilation

Ορισμός και σημασία του "épilation"στα γαλλικά

01

αποτρίχωση, αφαίρεση τριχών

technique ou procédé consistant à retirer les poils de certaines parties du corps, par rasage, cire, épilateur électrique, laser, etc.
l'épilation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' épilation des sourcils demande précision et soin.
Η αποτρίχωση των φρυδιών απαιτεί ακρίβεια και φροντίδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store