Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
épicer
01
καραμελώνω, προσθέτω μπαχαρικά
ajouter des épices ou des condiments à un plat pour en relever le goût
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
épice
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
épicons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
épicerai
ενεστώτα μετοχή
épiçant
παθητική μετοχή
épicé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
épicions
Παραδείγματα
Il épice la sauce tomate avec des herbes aromatiques.
Αυτός αρτύει τη σάλτσα ντομάτας με αρωματικά βότανα.
02
κατακλύζω με μπαχαρικά, ζωντανεύω
ajouter des éléments pour rendre une situation, un récit, une conversation ou un événement plus attrayant, amusant ou captivant
Παραδείγματα
Ils épicent le débat en posant des questions provocantes.
Κατακλύζουν τη συζήτηση θέτοντας προκλητικές ερωτήσεις.



























