Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'épice
01
μπαχαρικό, καρύκευμα
substance aromatique utilisée pour donner du goût aux aliments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
épices
Παραδείγματα
Le curry est une épice très utilisée dans la cuisine indienne.
Το κάρυ είναι ένα μπαχαρικό που χρησιμοποιείται ευρέως στην ινδική κουζίνα.



























