l'éolienne
Pronunciation
/eɔljɛn/

Ορισμός και σημασία του "éolienne"στα γαλλικά

L'éolienne
[gender: feminine]
01

ανεμογεννήτρια, ανεμοστρόβιλος

appareil qui transforme l'énergie du vent en électricité
l'éolienne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
éoliennes
Παραδείγματα
L' éolienne tourne même avec un vent faible.
Η ανεμογεννήτρια περιστρέφεται ακόμα και με ασθενή άνεμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store