Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ému
01
συγκινημένος, επαγόμενος
qui ressent une émotion forte, souvent à cause de quelque chose de touchant ou bouleversant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ému
συγκριτικός βαθμός
plus ému
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ému
αρσενικό πληθυντικό
émus
θηλυκό ενικό
émue
θηλυκό πληθυντικό
émues
Παραδείγματα
Il était très ému par le discours.
Ήταν πολύ συγκινημένος από την ομιλία.



























