l'émotion
émotion
emɔsjɔ̃
emawsyaw

Ορισμός και σημασία του "émotion"στα γαλλικά

01

συναίσθημα, συγκίνηση

réaction psychologique et physique à un stimulus, caractérisée par des changements physiologiques 
l'émotion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
émotions
Παραδείγματα
La peur est une émotion primaire chez tous les humains. 

Ο φόβος είναι ένα πρωταρχικό συναίσθημα σε όλους τους ανθρώπους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store