Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'émeraude
[gender: feminine]
01
σμαράγδι, πράσινο πολύτιμο λίθο
pierre précieuse verte, variété de béryl, utilisée en bijouterie
Παραδείγματα
L' émeraude est une pierre précieuse très prisée.
Ο σμαράγδι είναι ένα πολύ πολύτιμο πολύτιμο λίθο.
émeraude
01
σμαραγδένιος, πράσινο σμαράγδι
de couleur vert vif, rappelant celle de la pierre précieuse émeraude
Παραδείγματα
Le tapis émeraude donne du caractère au salon.
Το χαλί σμαραγδένιο δίνει χαρακτήρα στο σαλόνι.



























