l'élève
élève
elɛv
elev

Ορισμός και σημασία του "élève"στα γαλλικά

01

μαθητής, φοιτητής

personne qui apprend dans une école ou avec un professeur 
l'élève definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
élèves
θηλυκό ενικό
élève
Παραδείγματα
Cet élève est très intelligent. 

Αυτός ο μαθητής είναι πολύ έξυπνος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store