l'élixir
élixir

Ορισμός και σημασία του "élixir"στα γαλλικά

01

ελιξήριο, μαγικό φίλτρο

liquide concentré, souvent parfumé, auquel on attribue des propriétés curatives ou magiques 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
élixirs
Παραδείγματα
Le guérisseur lui a donné un élixir pour calmer la douleur. 

Ο θεραπευτής του έδωσε ένα ελιξήριο για να ηρεμήσει τον πόνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store