Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
éliminatoire
01
αποκλειστικός, εξοντωτικός
qui sert à éliminer des concurrents dans une compétition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
éliminatoire
αρσενικό πληθυντικό
éliminatoires
θηλυκό ενικό
éliminatoire
θηλυκό πληθυντικό
éliminatoires
Παραδείγματα
Le match éliminatoire décidera qui passe à la finale.
Ο αποκλειστικός αγώνας θα αποφασίσει ποιος περνάει στον τελικό.



























