éliminatoire
éliminatoire
eliminatwaʁ
eliminatvar
débrouillardpréhistoiretrouillardréfectoire

Ορισμός και σημασία του "éliminatoire"στα γαλλικά

éliminatoire
01

αποκλειστικός, εξοντωτικός

qui sert à éliminer des concurrents dans une compétition 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
éliminatoire
αρσενικό πληθυντικό
éliminatoires
θηλυκό ενικό
éliminatoire
θηλυκό πληθυντικό
éliminatoires
Παραδείγματα
Le match éliminatoire décidera qui passe à la finale. 

Ο αποκλειστικός αγώνας θα αποφασίσει ποιος περνάει στον τελικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store