Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'élevage
01
εκτροφή ζώων, κτηνοτροφία
activité consistant à nourrir, soigner et reproduire les animaux domestiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'élevage de vaches laitières est très courant dans cette région.
Η εκτροφή αγελάδων γαλακτοπαραγωγής είναι πολύ συχνή σε αυτήν την περιοχή.
02
εκτροφή, καλλιέργεια
fait de cultiver, de développer ou de prendre soin pour favoriser la croissance
Παραδείγματα
L'élevage des poissons en aquarium demande beaucoup d'attention.
Η εκτροφή ψαριών σε ενυδρείο απαιτεί πολλή προσοχή.



























