électronique
électronique
elɛktʁɔnik
elektrawnik
électrique

Ορισμός και σημασία του "électronique"στα γαλλικά

électronique
01

ηλεκτρονικός, ηλεκτρονική

qui concerne les circuits électriques et les dispositifs fonctionnant grâce à des composants électroniques 
électronique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
électronique
αρσενικό πληθυντικό
électroniques
θηλυκό ενικό
électronique
θηλυκό πληθυντικό
électroniques
Παραδείγματα
Il travaille dans l'industrie électronique. 

Δουλεύει στη βιομηχανία ηλεκτρονικών.

L'électronique
01

ηλεκτρονική μουσική, ηλεκτρονική

musique créée avec des synthétiseurs, des boîtes à rythmes et d'autres appareils électroniques 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
électroniques
Παραδείγματα
Il écoute de la musique électronique tous les jours. 

Ακούει ηλεκτρονική μουσική κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store