l'électricité
é
e
ε
lect
lɛkt
λεκτ
ri
ʁi
ρι
ci
si
σι
té
te
τε

Ορισμός και σημασία του "électricité"στα γαλλικά

L'électricité
01

ηλεκτρισμός, ηλεκτρική ενέργεια

forme d'énergie liée au déplacement des électrons, utilisée pour alimenter les appareils 
l'électricité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'électricité est indispensable dans la vie moderne. 

Ο ηλεκτρισμός είναι απαραίτητος στη σύγχρονη ζωή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store