l'électricien
électricien
elɛktʁisjɛ̃
elektrisye
électronicien

Ορισμός και σημασία του "électricien"στα γαλλικά

L'électricien
01

ηλεκτρολόγος, τεχνικός ηλεκτρολόγος

professionnel(le) qui installe, répare et entretient les systèmes électriques 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
électricien
αρσενικό ενικό
électricien
θηλυκό ενικό
électricienne
neutral form
technicien(ne) en électricité
Παραδείγματα
L'électricien vient demain pour réparer le tableau électrique. 

Ο ηλεκτρολόγος έρχεται αύριο για να επισκευάσει τον ηλεκτρικό πίνακα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store