Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
élastique
01
ελαστικός, εύκαμπτος
qui a la propriété de s'allonger sous tension puis de retrouver sa longueur ou sa forme originale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus élastique
συγκριτικός βαθμός
plus élastique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
élastique
αρσενικό πληθυντικό
élastiques
θηλυκό ενικό
élastique
θηλυκό πληθυντικό
élastiques
Παραδείγματα
Un bracelet élastique s'adapte à tous les poignets.
Ένα ελαστικό βραχιόλι προσαρμόζεται σε όλους τους καρπούς.
02
μαλακός, ελαστικός
qui est doux, souple ou qui se déforme facilement sous pression, parfois utilisé pour décrire des matériaux ou objets
Παραδείγματα
Le matelas est très élastique et confortable.
Το στρώμα είναι πολύ ελαστικό και άνετο.
L'élastique
01
λαστιχάκι, ελαστική ταινία
petit accessoire circulaire , souvent en caoutchouc ou en matière élastique, servant à retenir des cheveux, des papiers ou d'autres objets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
élastiques
Παραδείγματα
Elle attache ses cheveux avec un élastique noir.
Δένει τα μαλλιά της με μια μαύρη λαστιχάκι.



























