Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'égouttoir
01
στεγνωτήρας πιάτων, ράφι για πιάτα
ustensile de cuisine pour faire égoutter la vaisselle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
égouttoirs
Παραδείγματα
J'ai mis les assiettes dans l'égouttoir après les avoir lavées.
Έβαλα τα πιάτα στο στεγνωτήριο πιάτων αφού τα έπλυνα.
02
σουρωτήρι, κοσκίνι
récipient ou passoire permettant de laisser s'écouler l'eau ou le liquide des aliments (pâtes, légumes, fruits, etc.)
Παραδείγματα
J'ai mis les pâtes dans l'égouttoir pour enlever l'eau.
Έβαλα τα ζυμαρικά στο στραγγιστήρι για να αφαιρέσω το νερό.



























