l'égout
égout
egu
egoo
dégoût

Ορισμός και σημασία του "égout"στα γαλλικά

01

υπόνομος

conduite ou réseau souterrain destiné à l'évacuation des eaux usées et des eaux pluviales, permettant l'assainissement des villes et des habitations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
égouts
Παραδείγματα
Les eaux de pluie s'écoulent dans l'égout. 

Το νερό της βροχής ρέει στον αποχετευτικό αγωγό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store