l'écolier
écolier
ekɔlje
ekawlye
baraquéaffoleramarrerflatter

Ορισμός και σημασία του "écolier"στα γαλλικά

01

μαθητής δημοτικού, σχολικός

élève qui fréquente l'école primaire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
écoliers
Παραδείγματα
Les écoliers et écolières jouent dans la cour de récréation. 

Οι μαθητές του δημοτικού και οι μαθήτριες του δημοτικού παίζουν στην παιδική χαρά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store