l'écarlate
écarlate
ekarlat
ekarlat

Ορισμός και σημασία του "écarlate"στα γαλλικά

01

σκαρλάτος, έντονο κόκκινο

teinte rouge intense, souvent utilisée pour désigner un pigment ou une nuance 
l'écarlate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'écarlate de sa robe attirait tous les regards. 

Το κόκκινο του φορέματος της τραβούσε όλα τα βλέμματα.

01

άλικο, φωτεινό κόκκινο

qui a une couleur rouge éclatante, intense, légèrement orangée 
écarlate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus écarlate
συγκριτικός βαθμός
plus écarlate
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
écarlate
αρσενικό πληθυντικό
écarlates
θηλυκό ενικό
écarlate
θηλυκό πληθυντικό
écarlates
Παραδείγματα
Elle portait une robe écarlate à la fête. 

Φορούσε ένα άλικο φόρεμα στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store