Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ébahir
01
surprendre ou étonner fortement quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ébahis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ébahissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ébahirai
ενεστώτα μετοχή
ébahissant
παθητική μετοχή
ébahi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ébahissions
Παραδείγματα
Les inventions de ce scientifique ébahissent le monde entier.
02
καταπλήσσω, εκπλήσσω
être fortement surpris ou émerveillé
Παραδείγματα
Les touristes s' ébahissent devant les monuments historiques.
Οι τουρίστες εκπλήσσονται μπροστά στα ιστορικά μνημεία.



























