ébahir
Pronunciation
/ebaˈiʁ/

Ορισμός και σημασία του "ébahir"στα γαλλικά

ébahir
01

surprendre ou étonner fortement quelqu'un

ébahir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ébahis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ébahissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ébahirai
ενεστώτα μετοχή
ébahissant
παθητική μετοχή
ébahi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ébahissions
Παραδείγματα
Les inventions de ce scientifique ébahissent le monde entier.
02

καταπλήσσω, εκπλήσσω

être fortement surpris ou émerveillé
ébahir definition and meaning
Παραδείγματα
Les touristes s' ébahissent devant les monuments historiques.
Οι τουρίστες εκπλήσσονται μπροστά στα ιστορικά μνημεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store