Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ébahir
01
surprendre ou étonner fortement quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ébahis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ébahissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ébahirai
ενεστώτα μετοχή
ébahissant
παθητική μετοχή
ébahi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ébahissions
Παραδείγματα
Le spectacle a ébahi tout le public.
02
καταπλήσσω, εκπλήσσω
être fortement surpris ou émerveillé
Παραδείγματα
Elle s'ébahit devant la beauté du paysage.
Εκείνη θαυμάζει μπροστά στην ομορφιά του τοπίου.



























