Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'âtre
[gender: masculine]
01
εστία, τζάκι
partie inférieure et ouverte d'une cheminée, où l'on fait le feu et où brûlent les bûches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
âtres
Παραδείγματα
L' âtre donne une ambiance chaleureuse à la pièce.
Το τζάκι δίνει μια ζεστή ατμόσφαιρα στο δωμάτιο.



























