l'âne
Pronunciation
/ɑn/

Ορισμός και σημασία του "âne"στα γαλλικά

L'âne
[gender: masculine]
01

γάιδαρος, ονάρι

animal domestique proche du cheval, souvent utilisé pour porter des charges
l'âne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ânes
Παραδείγματα
L' âne est un animal très patient et résistant.
Ο γάιδαρος είναι ένα πολύ υπομονετικό και ανθεκτικό ζώο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store