l'âme
Pronunciation
/ɑm/

Ορισμός και σημασία του "âme"στα γαλλικά

L'âme
[gender: feminine]
01

ψυχή, πνεύμα

la partie spirituelle et immatérielle d'une personne
l'âme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
âmes
Παραδείγματα
Son âme est pleine de paix et d' amour.
Η ψυχή του είναι γεμάτη ειρήνη και αγάπη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store