Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'âme
01
ψυχή, πνεύμα
la partie spirituelle et immatérielle d'une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
âmes
Παραδείγματα
Il a vendu son âme au diable.
Πούλησε την ψυχή του στον διάβολο.



























