Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zipper
01
κλείνω το φερμουάρ, ανοίγω το φερμουάρ
fermer ou ouvrir quelque chose à l'aide d'une fermeture éclair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
zippe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
zippons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
zipperai
παθητική μετοχή
zippé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
zippions
Παραδείγματα
Elle a zipé sa veste avant de sortir.
Έκλεισε το σακάκι της πριν βγει.
02
συμπιέζω, ζιπώ
compresser un fichier informatique pour réduire sa taille ou le regrouper avec d'autres fichiers
Παραδείγματα
J'ai zippé tous les documents avant de les envoyer par e-mail.
Συμπίεσα όλα τα έγγραφα πριν τα στείλω μέσω email.



























