Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le week-end
[gender: masculine]
01
σαββατοκύριακο, ουίκεντ
période de repos comprenant généralement le samedi et le dimanche
Παραδείγματα
Le week - end est parfait pour passer du temps en famille.
Το Σαββατοκύριακο είναι τέλειο για να περάσετε χρόνο με την οικογένεια.



























