le véhicule
véhi
vei
vei
cule
kyl
kyl
vésicule

Ορισμός και σημασία του "véhicule"στα γαλλικά

01

όχημα, αυτοκίνητο

moyen de transport pour déplacer des personnes ou des marchandises 
le véhicule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
véhicules
Παραδείγματα
Le véhicule s'est arrêté au feu rouge. 

Το όχημα σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store