Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voyager
01
ταξιδεύω, μετακινούμαι
se déplacer d'un endroit à un autre, souvent pour le plaisir ou les affaires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
voyage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
voyageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
voyagerai
ενεστώτα μετοχή
voyageant
παθητική μετοχή
voyagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
voyagions
Παραδείγματα
J'aime voyager en train à travers l'Europe.
Μου αρέσει να ταξιδεύω με τρένο στην Ευρώπη.



























