voyager
Pronunciation
/vwajaʒe/

Ορισμός και σημασία του "voyager"στα γαλλικά

voyager
01

ταξιδεύω, μετακινούμαι

se déplacer d'un endroit à un autre, souvent pour le plaisir ou les affaires
voyager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
voyage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
voyageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
voyagerai
ενεστώτα μετοχή
voyageant
παθητική μετοχή
voyagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
voyagions
Παραδείγματα
Ils vont voyager en famille pendant les vacances.
Θα ταξιδέψουν με την οικογένεια κατά τις διακοπές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store