Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voyager
01
ταξιδεύω, μετακινούμαι
se déplacer d'un endroit à un autre, souvent pour le plaisir ou les affaires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
voyage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
voyageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
voyagerai
ενεστώτα μετοχή
voyageant
παθητική μετοχή
voyagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
voyagions
Παραδείγματα
Ils vont voyager en famille pendant les vacances.
Θα ταξιδέψουν με την οικογένεια κατά τις διακοπές.



























