Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La voix
01
φωνή, τόνος
son émis par une personne en parlant ou en chantant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
voix
Παραδείγματα
Sa voix est douce et agréable.
Η φωνή της είναι απαλή και ευχάριστη.
02
φωνή, δικαίωμα ψήφου
possibilité d'exprimer son avis ou de voter
Παραδείγματα
Chaque citoyen a le droit à une voix lors des élections.
Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα σε μια φωνή κατά τις εκλογές.



























