la voix
voix
vwɑ
vvaa
boisbrasbaslas

Ορισμός και σημασία του "voix"στα γαλλικά

01

φωνή, τόνος

son émis par une personne en parlant ou en chantant 
la voix definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
voix
Παραδείγματα
Sa voix est douce et agréable. 

Η φωνή της είναι απαλή και ευχάριστη.

02

φωνή, δικαίωμα ψήφου

possibilité d'exprimer son avis ou de voter 
Παραδείγματα
Chaque citoyen a le droit à une voix lors des élections. 

Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα σε μια φωνή κατά τις εκλογές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store