Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La voiture
01
αυτοκίνητο, αμάξι
un véhicule à roues, motorisé, utilisé pour transporter des personnes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
voitures
Παραδείγματα
J'ai acheté une nouvelle voiture.
Αγόρασα ένα καινούριο αυτοκίνητο.
02
άμαξα, κάρο
ancien véhicule tiré par des chevaux, utilisé pour transporter des personnes
Παραδείγματα
La voiture tirée par des chevaux arrive au village.
Το άρμα που τραβιέται από άλογα φτάνει στο χωριό.
03
καροτσάκι μωρού, παιδικό καροτσάκι
petit véhicule sur roues pour transporter un bébé
Παραδείγματα
Elle pousse la voiture de son bébé dans le parc.
Πιέζει το καροτσάκι του μωρού της στο πάρκο.
04
βαγόνι
chacun des compartiments d'un train où les passagers voyagent
Παραδείγματα
La voiture du train est très confortable.
Το βαγόνι του τρένου είναι πολύ άνετο.



























