le voisinage
Pronunciation
/vwazinaʒ/

Ορισμός και σημασία του "voisinage"στα γαλλικά

01

γειτονιά, περιοχή

ensemble des personnes et des maisons autour d'un lieu, quartier proche
le voisinage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le voisinage aide à garder la sécurité du quartier.
Η γειτονιά βοηθά στη διατήρηση της ασφάλειας της περιοχής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store