le verbe
verbe
vɛʁb
verb
verrevervevergeverse

Ορισμός και σημασία του "verbe"στα γαλλικά

01

ρήμα, ρήμα

mot qui sert à dire ce que fait ou est le sujet dans une phrase 
le verbe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
verbes
Παραδείγματα
Le verbe principal de cette phrase est au présent. 

Το κύριο ρήμα αυτής της πρότασης είναι στον ενεστώτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store