le ver
Pronunciation
/vɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "ver"στα γαλλικά

01

σκουλήκι, παρασιτικό έντομο

petit animal allongé, sans pattes, souvent souterrain ou parasite, considéré comme un insecte dans le langage courant
le ver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vers
Παραδείγματα
Ce ver se nourrit de matières organiques en décomposition.
Αυτό το σκουλήκι τρέφεται με οργανική ύλη σε αποσύνθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store