le ventilateur
Pronunciation
/vɑ̃tilatœʀ/

Ορισμός και σημασία του "ventilateur"στα γαλλικά

Le ventilateur
[gender: masculine]
01

ανεμιστήρας, βολάν

appareil électrique qui brasse l'air pour rafraîchir une pièce ou une personne
le ventilateur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ventilateurs
Παραδείγματα
Il a réparé le ventilateur avant l' été.
Επισκεύασε τον ανεμιστήρα πριν από το καλοκαίρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store