le venin
venin
vənɛ̃
vēne

Ορισμός και σημασία του "venin"στα γαλλικά

01

δηλητήριο, τοξίνη

substance toxique sécrétée par certains animaux et injectée par morsure ou piqûre 
le venin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le venin du serpent peut être mortel. 

Το δηλητήριο του φιδιού μπορεί να είναι θανατηφόρο.

02

δηλητήριο, κακία

paroles ou comportements pleins de rancune ou de cruauté 
Παραδείγματα
Ses mots étaient pleins de venin. 

Τα λόγια του ήταν γεμάτα δηλητήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store