Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le venin
01
δηλητήριο, τοξίνη
substance toxique sécrétée par certains animaux et injectée par morsure ou piqûre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le venin du serpent peut être mortel.
Το δηλητήριο του φιδιού μπορεί να είναι θανατηφόρο.
02
δηλητήριο, κακία
paroles ou comportements pleins de rancune ou de cruauté
Παραδείγματα
Ses mots étaient pleins de venin.
Τα λόγια του ήταν γεμάτα δηλητήριο.



























