Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le vaisselier
01
ντισπένσερ, ντουλάπι για πιάτα
meuble de rangement, généralement en bois, destiné à contenir et exposer la vaisselle, les verres et parfois des objets décoratifs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vaisseliers
Παραδείγματα
Le vaisselier de la salle à manger est rempli de porcelaine fine.
Το ντουλάπι πιάτων στην τραπεζαρία είναι γεμάτο με λεπτή πορσελάνη.



























