Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ulcérer
01
πληγώνω βαθιά, προσβάλλω θλιβερά
causer une grande offense ou une profonde douleur morale à quelqu'un
Παραδείγματα
Ses critiques injustes ont ulcéré ses collègues.
Οι άδικες κριτικές του πλήγωσαν τους συναδέλφους του.
02
ελκώνω, προκαλώ έλκος
se blesser ou développer une lésion, souvent de manière douloureuse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
ulcère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ulcérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ulcérerai
ενεστώτα μετοχή
ulcérant
παθητική μετοχή
ulcéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ulcérions
Παραδείγματα
Sa jambe s'est ulcérée après la coupure infectée.
Το πόδι του εκδηλώθηκε μετά το μολυσμένο κόψιμο.



























