ulcérer
ulcérer
ʏlseʁe
ulsere
baraquéaffoleramarrerflatter

Ορισμός και σημασία του "ulcérer"στα γαλλικά

ulcérer
01

πληγώνω βαθιά, προσβάλλω θλιβερά

causer une grande offense ou une profonde douleur morale à quelqu'un 
ulcérer definition and meaning
Παραδείγματα
Ses critiques injustes ont ulcéré ses collègues. 

Οι άδικες κριτικές του πλήγωσαν τους συναδέλφους του.

02

ελκώνω, προκαλώ έλκος

se blesser ou développer une lésion, souvent de manière douloureuse 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
ulcère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ulcérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ulcérerai
ενεστώτα μετοχή
ulcérant
παθητική μετοχή
ulcéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ulcérions
Παραδείγματα
Sa jambe s'est ulcérée après la coupure infectée. 

Το πόδι του εκδηλώθηκε μετά το μολυσμένο κόψιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store