Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La typographie
01
τυπογραφία, τέχνη της τυπογραφίας
ensemble des règles, des techniques et des choix visuels liés à la forme des lettres, des caractères et à leur disposition dans un texte écrit ou imprimé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La typographie influence fortement la lisibilité d'un texte.
Η τυπογραφία επηρεάζει έντονα την αναγνωσιμότητα ενός κειμένου.
LanGeek



























