le trépied
tré
tʁe
τρε
pied
pje
πγε
épié

Ορισμός και σημασία του "trépied"στα γαλλικά

01

τρίποδο, βάση τριών ποδιών

support à trois pieds pour appareil ou instrument 
le trépied definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trépieds
Παραδείγματα
Le trépied permet de stabiliser l'appareil photo pour des longues expositions. 

Το τρίποδο επιτρέπει τη σταθεροποίηση της φωτογραφικής μηχανής για μεγάλες εκθέσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store