Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trébucher
01
- , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Elle a trébuché sur une pierre en marchant.
02
- , -
Παραδείγματα
Le projet a trébuché sur plusieurs problèmes techniques.



























