Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La truelle
01
μαστίχι, σπάτουλα
outil à main composé d'une lame plate et d'un manche, utilisé principalement en maçonnerie pour étaler, lisser ou appliquer du mortier, du plâtre ou du ciment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
truelles
Παραδείγματα
Le maçon utilise une truelle pour étaler le mortier.
Ο κτίστης χρησιμοποιεί μια μυστρί για να απλώνει το κονίαμα.



























